ἀτέοντα — ἀτέω demented pres part act neut nom/voc/acc pl (epic doric ionic aeolic) ἀτέω demented pres part act masc acc sg (epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτέοντες — ἀτέω demented pres part act masc nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περιεπατοῦν — περϊεπατοῦν , περί , ἐπί ἀτέω demented pres part act masc voc sg (attic epic doric ionic aeolic) περϊεπατοῦν , περί , ἐπί ἀτέω demented pres part act neut nom/voc/acc sg (attic epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐνατίον — ἐν ἀτέω demented pres part act masc voc sg (epic doric ionic aeolic) ἐν ἀτέω demented pres part act neut nom/voc/acc sg (epic doric ionic aeolic) ἐν ἀτίζω not to honour pres part act masc voc sg ἐν ἀτίζω not to honour pres part act neut… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ατύζομαι — ἀτύζομαι και ἀτύζω (Α) 1. συνταράσσομαι, τρομάζω, φοβάμαι 2. ταράζομαι από λύπη 3. εκπλήσσομαι, μένω έκθαμβος 4. ( ω) τρομάζω κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο τ. συσχετίστηκε με τα χεττιτ. hatuki «τρομερός, φοβερός» και αλβ. tus «τρομάζω»,… … Dictionary of Greek
διαπερατοῦσι — διά , περί ἀτέω demented pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic aeolic) διά περατόω limit pres part act masc/neut dat pl (attic ionic) διά περατόω limit pres ind act 3rd pl (attic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κατεπατοῦσαν — κατά , ἐπί ἀτέω demented pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
παρατῶν — παρά ἀτέω demented pres part act masc nom sg (attic epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περιεπατοῦσαν — περϊεπατοῦσαν , περί , ἐπί ἀτέω demented pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συγκαταπατῶν — σύν , κατά , ἀπό ἀτέω demented pres part act masc nom sg (attic epic doric ionic aeolic) σύν , κατά ἀπατάω cheat pres part act masc voc sg σύν , κατά ἀπατάω cheat pres part act neut nom/voc/acc sg σύν , κατά ἀπατάω cheat pres part act masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)